Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

1. "Η Σειρήνα του Κουρσάρου"




Και το παιχνίδι ξεκινά!!!!!!!

Η πρώτη μας ιστορία είναι γεγονός… και είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στην ομάδα Φανταστική λογοτεχνία και συγγραφείς

Πως μπορείς ΝΑ συμμετέχεις…

Αν είναι η πρώτη φορά που γράφεις σε αυτό το μπλοκ… πριν αρχίσεις να γράφεις διάβασε τις σελίδες (Διάβασε πρώτα εδώ / Σκοπός / Δικαίωμα συμμετοχής)…
Στείλε μου ένα e-mail στο xrysanthi8@gmail.com  με το πραγματικό σου όνομα, το ψευδώνυμο σου αν χρησιμοποιείς και ένα e-mail επικοινωνίας.

Αν θέλεις να συμμετέχεις το μόνο που χρειάζεται είναι να είσαι μέλλος στην ομάδα https://www.facebook.com/groups/1392891611013862/ αν δεν είσαι ήδη μπορείς να κάνεις απλά μια αίτηση ;)

Αν τα έχεις κάνει ήδη όλα αυτά το μόνο που μένει είναι να διαβάσεις τα προφίλ των ηρώων, τον πρόλογο και γράφοντας στα σχόλια το όνομα σου ή το ψευδώνυμο αν χρησιμοποιείς και την λέξη «Γράφω».
Από την δημοσίευση αυτού του σχολίου έχεις 24 ώρες, να εμπνευστείς, να γράψεις και να δημοσιεύσεις στα σχόλια την συνέχεια…

Η ιστορία τώρα γράφετε…
Προσθέστε όσους ήρωες θέλετε, ότι πλοκή σας έρχεται στο μυαλό και απολαύστε το ταξίδι…
Δεν υπάρχει περιορισμός αρκεί να συμβαδίζει με όλα όσα έχουν ήδη γραφτεί…
Κείμενα που ξεφεύγουν για χλευαστικούς λόγους θα διαγράφονται αυτόματα οπότε μην μπείτε καν στον κόπο να τα γράψετε ;)

Και μην ξεχνάτε…
Δεν χρειάζεται να έχετε γράψει ξανά για να συμμετέχετε…
Δεν χρειάζεται να ξέρετε όλο το λεξικό του Μπαμπινιώτη απ’έξω…
Δεν χρειάζεται να γνωρίζεται τέλεια σύνταξη και ορθογραφία…
Όλα αυτά διορθώνονται…
Εδώ το μόνο που χρειάζεται είναι… ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Καλή έμπνευση λοιπόν και καλή διασκέδαση…

Όλα τα πράγματα στην ζωή είναι μια εμπειρία… καλά να περάσετε. 



Όσο και να με μαστιγώνεις... Γαμημένη Ζωή... εγώ θα συνεχίζω... 
Όσο και να προσπαθήσεις να με λυγίσεις... Εγώ θα συνεχίζω να στέκομαι στο ύψος μου... 
Όσο και να προσπαθείς να με πνίξεις... Εγώ πάντα θα βρίσκω τον τρόπο να βγαίνω στην επιφάνεια για μια ακόμα ανάσα... 

Γιατί είμαι ο κουρσάρος και δεν μασάω από κύματα... 
Είμαι η ίδια η ζωή και θα συνεχίζω να υπάρχω και να υπάρχω και να υπάρχω... 
Μέχρι να νιώσω ότι εκπλήρωσα μέχρι και την τελευταία μου επιθυμία... Να τον δω κάτω από το χώμα.

"Κουρσάρος"




Αν ήμουν για κάτι σίγουρη ήταν ότι η ζωή μου ήταν τέλεια... Μέχρι που εκείνος βρέθηκε στον δρόμο μου... 
Αν ήμουν σίγουρη για κάτι ήταν ότι ο,τι είχα ονειρευτεί βρισκόταν στα πόδια μου... Μέχρι που χωρίς επιλογή βρέθηκα στα χέρια του... 
Αν ήμουν σίγουρη για κάτι ήταν ότι ακόμα και αν επιθυμούσα να πετάξω μπορούσα να το κάνω... Όμως πια δεν είχα φτερά δεν είχα καν χέρια γιατί ήταν αλυσοδεμένα... Ήταν... Ένα κουβάρι όπως η ίδια μου η ζωή... 

"Σειρήνα"


Νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να τα βάλουν μαζί μου... Δεν ήξεραν που είχαν μπλέξει... 
Νόμιζαν ότι θα μπορούσαν ποτέ να με νικήσουν... Τα όπλα τους είναι λίγα... 
Νόμιζαν... Αλλά δεν υπολόγιζαν... Ότι ήμουν ικανός για όλα... 

"Μαύρος Ποιητής"


"Πρόλογος"

Ο αέρας μαστίγωνε το πρόσωπο του. Το μαύρο σκαρί έτριζε κάτω από τα πόδια του. Τα κύματα που έσκαγαν στην πλώρη καθώς εκείνη βούταγε στα απύθμενα νερά έφταναν πιο ψιλά από το ύψος του. Οι σταγόνες του νερού που καταστάλαζαν πάνω στο σφιγμένο του πρόσωπο έμοιαζαν με δάκρυα. Το βλοσυρό του βλέμμα κοίταζε μόνο μπροστά. Τα κύματα που έσκαγαν με λύσσα απάνω του δεν τον ενοχλούσαν, αντίθετα έκαναν το πείσμα του πιο ισχυρό. Ήξερε ότι το σκαρί του θα αντέξει και αυτήν την φουρτούνα, ότι θα έφτανε αρκετά κοντά ακριβώς την στιγμή που το χρειαζόταν για να κατακρεουργήσει με τα κανόνια του την «Σειρήνα».  Δεν ήθελε τίποτα άλλο…

Τα κόκκινα μάτια της είχαν από ώρα στερέψει από δάκρυα. Ο αέρας που βούιζε στα αυτιά της είχε πια κοπάσει ή απλά εκείνη είχε σταματήσει να τον ακούει… δεν ήξερε τι από τα δύο ίσχυε. Τα ματωμένα της πόδια έχασκαν ακόμα ανοιχτά. Η καρδιά της, μάλλον, χτυπούσε ακόμα… δεν ήταν σίγουρη ούτε και γι’ αυτό. Τα χέρια της δεν τα ένιωθε πια, το σχοινί που τα κρατούσε ακινητοποιημένα τα είχε παραλύσει. Το ταρακούνημα του κορμιού της σε κάθε κίνηση του πλοίου ήταν το μόνο σημάδι που την έκανε να συνειδητοποιεί ότι αυτό το κορμί είχε ακόμα μέσα του ζωή… ζωή…;
Για ποια ζωή άραγε μιλάμε!!!;;;
Είχε τα πάντα… τα πάντα!
Και τώρα… τίποτα.
Μέχρι χτες, δεν της έλειπε τίποτα… μέχρι χτες που άνοιξε η βαριά πόρτα της εκκλησίας και αντίκρισε εκείνον.
Τα μαύρα του μαλλιά, το σκοτεινό του βλέμμα, ήταν τα μόνα που θυμόταν και αυτό γιατί από την πρώτη στιγμή που τα αντίκρισε ένιωσε να τρομοκρατείτε.
Ο πατέρας της, την είχε βεβαιώσει ότι με εκείνον θα είχε όσα λαχταρούσε η ψυχή της και ακόμα περισσότερα, μα τι πίστευε πραγματικά ότι λαχταρούσε;
Έναν άντρα που θα έδενε τα χέρια της στο κρεβάτι για να πάρει αυτό που πίστευε ότι του άνηκε με το ζόρι επειδή δεν μπορούσε να περιμένει; Έναν βάρβαρο κτήνος που δεν είχε καν την ευγένεια να την αφήσει να βγάλει τα πανάκριβα ρούχα της;
Ακόμα θυμόταν την αίσθηση που άφηνε το απαλό άγγιγμα του μεταξιού πάνω στο λεπτό της δέρμα… τώρα όπου την ακουμπούσε την αηδίαζε.
Ακόμα θυμόταν τα γκρίζα της μάτια να λάμπουν με θαυμασμό μόλις είχε κοιτάξει τον είδωλο της στον καθρέφτη… τώρα τα ίδια μάτια κοίταζαν το κενό χωρίς πραγματικά να κοιτάνε κάτι.
Ακόμα θυμόταν πόσο ευτυχισμένη ένιωθε που είχε φτάσει επιτέλους η ώρα, να γνωρίσει εκείνον… εκείνον που θα την έπαιρνε για πάντα από τον παράδεισο της και θα την μετέφερνε κατευθείαν στην κόλαση.
Κόλαση… μόνο έτσι θα μπορούσε να περιγράψει το μέλλον που έβλεπε πλέον στον ορίζοντα… αν επιβίωνε…

Τα ουρλιαχτά του πληρώματος του έμοιαζαν με ενοχλητικές σφίγγες που βούιζαν μέσα στα αυτιά του. Όλοι περίμεναν το πρόσταγμα του αλλά εκείνος δεν είχε κανένα πρόσταγμα να δώσει. Έβλεπε το πλοίο του να προσπαθεί να επιβιώσει από άλλη μια καταιγίδα και εκείνος αδυνατούσε να κάνει το οτιδήποτε για να το βοηθήσει.   
Το μυαλό του ήταν σε εκείνη… εκείνη!!!
Ένα μπουμπούκι άβγαλτο ήταν όταν την είχε πρωτοδεί και εκείνος περίμενε και περίμενε χρόνια ατελείωτα να ανθήσει.
Και είχε ανθήσει!
Τώρα πια είχε πράγματι ανοίξει τα μπουμπούκια και μοσχοβολούσε όπως ακριβώς είχε μαντέψει ότι θα έκανε και θα ομόρφυνε όλο του τον κόσμο.
Και τον είχε ομορφύνει!
Δεν περίμενε παραπάνω. Με το που την είδε έτοιμη πήγε ο ίδιος και την ξεπάτωσε κυριολεκτικά από τις ρίζες της και την έκανε δικιά του. Δεν υπολόγισε ότι δεν ήταν ακόμα έτοιμη… δεν το υπολόγισε και τώρα…
Με το που είδε τα πορφυρά της μαλλιά, σαν λύθηκαν, να αγκαλιάζουν το λευκό της μπούστο πήρε ολόκληρος φωτιά. Το ουίσκι που έρεε με ορμή μέσα στις φλέβες του αντί για αίμα, έκανε την σκέψη του να θολώσει. Δεν είχε δικαιολογία για όσα ακολούθησαν και όμως ήταν η μοναδική δικαιολογία που είχε. Ο πόθος του για εκείνη ήταν τόσο μεγάλος μα τώρα…

«Καπετάνιε… το αμπάρι μπάζει νερά» ήταν τα μοναδικά λόγια που είχε αφήσει τον εαυτό του να ακούσει και μετά άρχισε να τρέχει… να τρέχει για να σώσει ότι είχε απομείνει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου